ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΝΕΑ

Μακεδονικός Αγώνας - Το όνειρο του Παύλου Μελά γινόταν επιτέλους πραγματικότητα.

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Ο Μακεδονικός Αγώνας είναι μια επέτειος που δυστυχώς γιορτάζεται στην ελληνική επικράτεια σε πολύ υποτονικούς ρυθμούς, παρότι σε σημασία είναι τουλάχιστον εφάμιλλη εκείνης της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου. 

Γνωρίζοντας λίγα πράγματα παραπάνω γι αυτόν, θα γίνει αντιληπτό πως είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτοθυσίας και ενότητας μεταξύ των Ελλήνων και αποδεικνύει πως οι όροι «Βόρεια» και «Νότια» Ελλάδα αποτελούν καθαρά γεωγραφικό προσδιορισμό και δεν υπάρχει κανενός είδους διαχωρισμός σε όλα τα επίπεδα.  


Θα μιλήσουμε λοιπόν για τη Μακεδονία... 



Όχι όμως για τη σημερινή Μακεδονία που είναι ελεύθερη και ζούμε σ’ αυτήν και είμαστε περήφανοι για το όνομά της, μα για τη Μακεδονία των αρχών του 1900, που ήταν σκλαβωμένη ακόμα στους Τούρκους.
Δυστυχώς, η Μακεδονία δεν απελευθερώθηκε με την επανάσταση του 1821, όχι γιατί δεν αγωνίστηκαν οι κάτοικοι της, ίσα ίσα που οι αγώνες και οι θυσίες τους έμειναν στην ιστορία κι όχι μόνο το 1821. 
Έγιναν κι άλλες προσπάθειες, το 1854 και το 1878. Ωστόσο παρά τους αγώνες αυτούς η Μακεδονία παρέμενε υπόδουλη.
Και δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τους κατακτητές Τούρκους μα και τους Βούλγαρους που τότε είχαν ένα και μοναδικό σκοπό. 
Την προσάρτηση της Μακεδονίας στο βουλγαρικό κράτος. 
Ο  Μακεδονικός αγώνας άρχισε τυπικά με το λεγόμενο Βουλγαρικό σχίσμα το 1870 και την ίδρυση της ανεξάρτητης από το Πατριαρχείο εκκλησίας,  της λεγόμενης Εξαρχίας σε μια εποχή που η  οθωμανική αυτοκρατορία πνέει τα λοίσθια, καταρρέει και  χαρακτηρίζεται «Μέγας Ασθενής».

Για να θεωρηθεί ένα χωριό εξαρχικό,  έπρεπε, τα δύο τρίτα του πληθυσμού του, να αναγνωρί­ζουν την Εξαρχία, δηλαδή να δέχονται Βούλγαρους παπάδες και δασκάλους και να μιλούν τη  βουλγάρικη γλώσσα. Συνεπώς, η θρησκευτική χειραγώγηση, αποτελεί το προοίμιο της εδαφικής προσάρτησης  στη βουλγαρική επικράτεια.

Τι έκαναν με λίγα λόγια οι Βούλγαροι; 
Έστελναν στη Μακεδονία τους φοβερούς κομιτατζήδες, οι οποίοι τρομοκρατούσαν τα ελληνικά χωριά πιέζοντας τους κατοίκους τους να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι.

Αs zam Bulgar, δηλαδή είμαι Βούλγαρος. 
Αυτές τις τρεις λέξεις αν ξεστόμιζε ο Έλληνας της Μακεδονίας απέφευγε αυτόματα όλες τις καταπιέσεις, τους διωγμούς, τα φοβερά βασανιστήρια, την ατίμωση και τελικά τον θάνατο, που επέβαλαν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες στον πληθυσμό της Μακεδονίας για να του αλλάξουν το φρόνημα και να τον παρουσιάσουν βουλγαρικό.
Πόσοι και πόσοι Έλληνες της τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας για να αποφύγουν τις διώξεις και την καταπίεση του μακραίωνος και αβάσταχτου τουρκικού ζυγού δεν αναγκάσθηκαν και την γλώσσα τους να χάσουν (οι Καραμανλήδες της Μ. Ασίας) ή να δηλώσουν ότι είναι μουσουλμάνοι, ενώ στα κρυφά παρέμειναν χριστιανοί, οι κρυπτοχριστιανοί, που και ως τώρα ακόμη λέγεται ότι υπάρχουν στη Μ. Ασία. 
Αυτοί που μαρτύρησαν περισσότερο ήταν οι παπάδες που τους πίεζαν να τελούν τη λειτουργία στα βουλγαρικά και οι δάσκαλοι και οι δασκάλες που όταν δίδασκαν την ελληνική γλώσσα γνώριζαν την εκδίκηση των κομιτατζήδων με τρομερά βασανιστήρια σε δημόσια θέα ώστε να παραδειγματιστούν και οι υπόλοιποι.
Στο νομό Σερρών, λόγω της γειτνίασης με τη Βουλγαρία, οι κομιτατζήδες επιδόθηκαν σε πρωτοφανείς βαρβαρότητες. 
Τις περιφέρειες Μελενίκου, Σιδηροκάστρου και Πετριτσίου, καταδυνά­στευε ο Αρχικομιτατζής Γιάνε Σαντάσκι (φωτογραφία), το όνομα του οποίου δόθηκε στο γνωστό χωριό που πηγαίνουν και ψωνίζουν χιλιάδες Έλληνες στις μέρες μας!  
Ελάχιστα ήταν τα χωριά που αντιστέκονταν, ανάμεσα τους το Μελένικο, μοναδικό  προπύργιο του Ελληνισμού και το ηρωικό Στάρτσοβο, που άντεξε μέχρι τέλους χάρη στη νεαρή Σερραία δασκάλα, Φωτεινή Αλατά – Παπαδημητρίου. 
Τα χωριά της Ζίχνης και του Νευροκοπίου υποφέ­ρουν τα πάνδεινα και υφίστανται ασφυκτικές πιέσεις για να προσχωρή­σουν στην Βουλγαρική Εξαρχία.

Τώρα θα αναρωτηθεί κάποιος «και το ελληνικό κράτος τι έκανε; Δεν ήθελε να βοηθήσει τους σκλαβωμένους Έλληνες της Μακεδονίας;» Δυστυχώς, εκείνη την εποχή η Ελλάδα βρισκόταν σε άσχημη οικονομική και στρατιωτική κατάσταση. 
Μόλις είχε τελειώσει ένας άτυχος πόλεμος (του 1897) και κανείς στην ελληνική κυβέρνηση δεν τολμούσε έστω και να μιλήσει για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.


Όμως το θαύμα έγινε. 

Όχι από την κυβέρνηση μα από τον απλό λαό της Μακεδονίας ξεκίνησαν τα πρώτα αντάρτικα σώματα. 

Κύριος οργανωτής  του μακεδονικού αγώνα υπήρξε  ο Πρόξενος Θεσσαλονίκης Λάμπρος Κορομηλάς, του οποίου το όνομα δόθηκε σε κεντρική οδό της Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται σήμερα και το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα. 


Ανεκτίμητη υπήρξε η συμβολή του υποπρόξενου Ίωνα Δραγούμη (φωτό δεξιά), το όνομα του οποίου έχει δοθεί σε άλλη κεντρική οδό της Θεσσαλονίκης, καθώς επίσης και των Μητροπολιτών Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη και Δράμας, Χρυσοστόμου Καλαφάτη. 
Ήταν αυτοί που συγκρότησαν τα πρώτα ανταρτικά σώματα ενόπλων, με αρχηγούς τον καπετάν Κώττα (το χωριό που γεννήθηκε στη Φλώρινα, φέρει το όνομά του), τον καπετάν Άγρα και τον Βαγγέλη Στρεμπενιώτη (το όνομά του έχει δοθεί στο εθνικό κλειστό γυμναστήριο της περιοχής Νεάπολης της Θεσσαλονίκης).

Και τότε έγινε ένα δεύτερο θαύμα μια δεύτερη υπέρβαση. 
Αξιωματικοί, στρατιώτες και απλοί πολίτες από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, ακόμα κι από την Κρήτη που ήταν κι αυτή σκλαβωμένη, άρχισαν να περνούν κρυφά στη Μακεδονία και να πολεμούν με τους Βουλγάρους δίνοντας έτσι κουράγιο στους σκλαβωμένους Έλληνες της Μακεδονίας.

Ένας απ’ αυτούς τους Έλληνες ήταν και ο Παύλος Μελάς, ανθυπολοχαγός του ελληνικού στρατού, νεότατος, 34 ετών, παντρεμένος, με δυο παιδιά, από πλούσια οικογένεια. 
Δεν άντεξε άλλο η συνείδησή του, πέταξε τη στολή του, γιατί αν τον έπιαναν οι Τούρκοι με στολή θα είχε μεγάλο πρόβλημα η ελληνική κυβέρνηση, και μ’ ένα τουφέκι στο χέρι και 35 παλικάρια, Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικούς, να τον συντροφεύουν πέρασε κρυφά τα ελληνικά σύνορα –που τότε ήταν στη Θεσσαλία– και μπήκε στο έδαφος της βασανισμένης Μακεδονίας. 
Απ’ όπου περνούσε, σ’ όποιο ελληνικό χωριό βρισκόταν έδινε κουράγιο στους ντόπιους κατοίκους, αντιμετωπίζοντας με θάρρος και αυταπάρνηση τους βούλγαρους επιδρομείς.

Γρήγορα η φήμη του εξαπλώθηκε σ’ όλη τη Μακεδονία. 
Όμως δεν τον ήξεραν ως Παύλο Μελά. 
Το ψευδώνυμό του ήταν καπετάν Μίκης Ζέζας. 
Απ’ το όνομα των δύο παιδιών του, του Μίκη (Μιχάλη) και της Ζέζας (Ζωής). 


Έπρεπε να κρύψει το πραγματικό του όνομα για να μη καταλάβουν οι Τούρκοι ότι Έλληνες περνούν τα σύνορα και βοηθούν τους Μακεδόνες αδελφούς τους.



Οι Βούλγαροι πρώτη φορά συναντούσαν τόση αντίσταση από τους Έλληνες. 
Μη μπορώντας όμως να σκοτώσουν οι ίδιοι τον Παύλο Μελά του έστησαν ενέδρα στο χωριό Στάτιστα κι εκεί ειδοποίησαν τον ισχυρό τουρκικό στρατό να τον πιάσει. 
Προδομένος από την βουλγάρικη συμμορία του Μήτρου Βλάχου περικυκλώθηκε από Τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών. 
Μετά από δίωρη λυσσαλέα μάχη διέταξε αιφνίδια έξοδο τεθείς επικεφαλής των ανδρών του. 
Στην επιχείρηση αυτή τραυματίσθηκε θανάσιμα στην οσφυϊκή χώρα, στη μέση δηλαδή και πέθανε μετά από μισή ώρα στα χέρια του φίλου του, Γεώργιου Στρατινάκη. 
Ήταν 13 Οκτωβρίου του 1904.
Ο Παύλος Μελάς ήταν νεκρός…


Γύρω από το σώμα του νεκρού Παύλου Μελά εκτυλίχθηκε μια διπλωματική επιχείρηση για την παραλαβή και ενταφιασμό του. 
Οι Έλληνες δεν ήθελαν να γίνει γνωστό στους Τούρκους ποιος ήταν ο νεκρός, και συγκεκριμένα ότι ήταν Έλληνας αξιωματικός, διότι αυτό θα δημιουργούσε διπλωματική κρίση. 
Αρχικά ο νεκρός θάφτηκε από τους χωρικούς έξω από τη Στάτιστα ενώ οι Τούρκοι δεν γνώριζαν την ταυτότητά του. 
Αργότερα ο προεστός της Στάτιστας ονόματι Ντίνας, απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς (πιθανώς του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη ή του οπλαρχηγού Κύρου) επιχείρησε να ξεθάψει και να μεταφέρει αλλού τον νεκρό. 
Στο μεταξύ όμως ο θάνατος του Μελά είχε μαθευτεί στην Αθήνα και η Τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα ειδοποίησε τις Τουρκικές Αρχές της Θεσσαλονίκης να βρουν το πτώμα ώστε να το χρησιμοποιήσουν ως απόδειξη της Ελληνικής επέμβασης σε Τουρκική επικράτεια. 
Έτσι, ενώ ο Ντίνας έκανε την εκταφή εμφανίστηκε Τουρκικός στρατός. Τότε έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε. 
Το κεφάλι τάφηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι της Φλώρινας, ενώ οι Τούρκοι πήραν το ακέφαλο σώμα και το πήγαν στην Καστοριά για αναγνώριση. 
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που γνώριζε τα πάντα, κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς που περικύκλωσε το Διοικητήριο και απαιτούσε να τους δοθεί το σώμα "κάποιου Ζέζα" που ήταν Έλληνας. 
Ο Μητροπολίτης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων κατάφερε να του δοθεί το σώμα το οποίο και τάφηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς. 
Ο Παύλος Μελάς αποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της πατρίδας στην ελληνική ιστορία.

Όμως κάτι περίεργο συνέβη μετά. 
Ο θάνατός του αντί να αποθαρρύνει τους Έλληνες, αντί να τους φοβίσει, αντί να τους κάνει να χάσουν το κουράγιο τους έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα. 
Από κάθε μεριά της Ελλάδας άρχισαν να καταφτάνουν μακεδονομάχοι, έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους, έτοιμοι να πολεμήσουν τους Βουλγάρους και τους Τούρκους, έχοντας ως παράδειγμα τον αθάνατο ήρωα… τον Παύλο Μελά…  

Τελικά ο Μακεδονικός Αγώνας που κράτησε από το 1904 ως το 1908 δεν απελευθέρωσε τη Μακεδονία. Κράτησε όμως τη φλόγα της ελευθερίας άσβεστη στα δύσκολα εκείνα χρόνια. 
Έδειξε στους υπόλοιπους Έλληνες ότι οι σκλαβωμένοι Έλληνες αδελφοί τους στη Μακεδονία χρειάζονταν τη βοήθεια και συμπαράστασή τους.

Τέσσερα χρόνια αργότερα με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 – 13 και κάτω από την καθοδήγηση του Ελευθέριου Βενιζέλου η Μακεδονία και η Ήπειρος γίνονταν ελληνικές. 
Το όνειρο του Παύλου Μελά γινόταν επιτέλους πραγματικότητα. 
Η ελληνική σημαία κυμάτιζε στον Λευκό Πύργο.

Και ερχόμαστε στο σήμερα, όπου μετά από τόσους αγώνες και τόσο αίμα για την ελευθερία της Μακεδονίας, κάποιοι βυσσοδομούν εναντίον της, απειλώντας την ίδια την ιστορική της  υπόσταση. Αμφισβητούν την ελληνικότητά της και εμφανίζονται ως οι  γνήσιοι απόγονοι του Μ. Αλεξάνδρου και μάλιστα εγείρουν και ζητήματα αλυτρωτισμού. 
Το κράτος των Σκοπίων προβάλλοντας ένα τοπικό ιδίωμα ως δήθεν μακεδονική γλώσσα και παραποιώντας την ιστορία  με απίστευτη θρασύτητα, καπηλεύεται το όνομα και τα σύμβολα της Μακεδονίας μας. 
Και βρίσκει συμμάχους τις λεγόμενες «μεγάλες δυνάμεις» που βέβαια ουδόλως ενδιαφέρονται για τα Σκόπια και την ονομασία τους, αλλά για τα δικά τους γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Το χειρότερο όμως είναι πως βρίσκουν συμπαραστάτες και «εντός των τειχών», έλληνες που κατέχουν κρίσιμα πόστα και που κάτω από το προσωπείο του τίτλου τους ως «επιστήμονες» δίνουν πατήματα στους καπηλευτές της ιστορίας. 
Δυστυχώς, η Ελλάδα στη μακραίωνη ιστορία της έχει να δείξει πολλές περιπτώσεις που επιβεβαιώνουν το ρητό ότι «τα κάστρα πέφτουν από μέσα». 
Αρκετοί «Εφιάλτες» έχουν γράψει το όνομά τους με μελανά γράμματα στην ιστορική της πορεία.

Αν όμως, όπως λέει ο Θουκυδίδης, που θεωρείται ο πατέρας της Ιστορίας, προορισμός της  Ιστορίας είναι να αποτελέσει  «κτήμα ες αεί» της ανθρωπότητας, τότε θα πρέπει και η συνειδητή προσπάθεια για την αλλοίωσή της  να αντιμετωπίζεται ως έγκλημα διαρκές που διαπράττεται κατά  της αλήθειας και κατά του συνόλου της ανθρωπότητας.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν ως Έλληνες την αναγκαιότητα μιας παγκόσμιας ιστορικής οπτικής που θα προάγει και θα εδραιώνει την ενότητα των λαών, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε παράλληλα και την ιστορία μας, που είναι γραμμένη με το αίμα των προγόνων μας. 
Γι αυτό και σήμερα, με την επέτειο του Μακεδονικού Αγώνα, εφαρμόζουμε αυτό που είπε πριν από 2.500 χρόνια ο Περικλής:

«Δίκαιο είναι, αλλά και αναγκαίο, να τιμούμε τη μνήμη εκείνων, που με την ανδρεία τους μας παρέδωσαν ελεύθερη την πατρίδα μας».

Μιλτιάδης Ζωγράφος






 ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΝΕΑ...