ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Η κατάχρηση δικαιώματος κατά το Σύνταγμα και πως να την αναγνωρίζουμε (Ένα χρήσιμο άρθρο για τους στρατιωτικούς για την προστασία τους από φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας)

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Γράφει ο Μπάτζιος Φώτιος,  Αντιπρόεδρος της Ένωσης Στρατιωτικών Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς

 Το παρόν άρθρο το συνέταξα μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με ΕΠΟΠ συνάδελφο που υπηρετεί στην παραμεθόριο και αντιμετωπίζει θέματα που μπορεί να ανήκουν στην σφαίρα της Συνταγματικής αρχής της κατάχρησης δικαιώματος, από ανώτερο του σε βαθμό, στέλεχος.

Για την σύνταξη του συμβουλεύτηκα  πηγές τις οποίες και αναφέρω στο τέλος του άρθρου   
    
    Η άσκηση των δικαιωμάτων πρόκειται για τη σύμφωνη με τους κανόνες δικαίου χρησιμοποίηση της εξουσίας που παρέχεται στο δικαίωμα. Εδώ, πρέπει να τονιστεί πως δεν μπορεί η απόλαυση, προστασία και διάθεση του δικαιώματος από το δικαιούχο να υπερβαίνει κάποια όρια. Πρόκειται για τα δυναμικά όρια του δικαιώματος όπου γίνεται ο προσδιορισμός του αληθούς χώρου εντός του οποίου θα ασκηθεί το δικαίωμα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Σε περίπτωση που γίνει υπέρβαση των ορίων αυτών, είναι πιθανό να θίγουν ξένα ατομικά συμφέροντα ή ακόμη περισσότερο να διασαλευθεί η κοινωνική ειρήνη. Τότε, μιλάμε για κατάχρηση δικαιώματος. Συγκεκριμένα, κατάχρηση δικαιώματος είναι η νομότυπη πλην όμως υπερβολική και για τούτο μη ανεκτή από την έννομη τάξη άσκηση δικαιώματος που έχει ως τελικό αποτέλεσμα την αντίθεση με το σκοπό της διάταξης, δηλαδή χρηστότητα, εντιμότητα, καλή πίστη, επιείκεια, ευθύτητα, φιλαλληλία. Το δίκαιο, λοιπόν, τόσο στο Σύνταγμα (25 παρ. 3) όσο και στο δίκαιο του κοινού νομοθέτη, θέτει έναν φραγμό στην ανεξέλεγκτη και ασύδοτη άσκηση όλων των δικαιωμάτων για την επίτευξη εξισορρόπησης όλων των ατομικών συμφερόντων και των κοινωνικών επιδιώξεων. Προβαίνει, δηλαδή, σε αφαίρεση εξουσίας από το φορέα του δικαιώματος για να επιτύχει την εξισορρόπηση των υπολοίπων αντιμαχόμενων συμφερόντων. 

        Κατάχρηση δικαιώματος (Σ. αρθρ. 25 παρ. 3) είναι η νομότυπη πλην όμως υπερβολική και για τούτο μη ανεκτή από την έννομη τάξη άσκηση δικαιώματος. 

        Ο συντακτικός νομοθέτης δεν ορίζει την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος την οποία θεωρεί δεδομένη. Η έννοια αυτή είναι η ίδια τόσο στην περιοχή του ιδιωτικού, όσο και σε εκείνη του δημοσίου δικαίου. Για τους όρους που συνθέτουν τον ορισμό της κατάχρησης και για  να γίνει τελείως εμφανής η διαφορά της από την απλή παράβαση, η οποία είναι η αντίθετη προς το νόμο ενέργεια δίνονται οι παρακάτω εξηγήσεις; Νομότυπo: Η κατάχρηση αποτελεί καταρχήν νομότυπη άσκηση δικαιώματος. Δεν συνιστά δηλαδή παράβαση των κανόνων δικαίου. Ο καταχρώμενος το δικαίωμα του το ασκεί καταρχήν νομίμως, με την έννοια, ότι δεν παραβαίνει κάποια συγκεκριμένη διάταξη. Δεν πρόκειται δηλαδή για κατάχρηση δικαιώματος αν προηγείται παράβαση οποιασδήποτε άλλης διάταξης. Άλλωστε και η χρησιμότητα της απαγορευτικής αυτής ρήτρας βρίσκεται στο ότι απαγορεύει συγκεκριμένη συμπεριφορά, που όμως δεν απαγορεύεται από άλλες διατάξεις. Υπερβολή: Το στοιχείο της υπερβολής αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της κατάχρησης. Η υπερβολικότητα της κατάχρησης έχει βασικά ποιοτικό περιεχόμενο, το οποίο συνδέεται με τον ποσοτικό προσδιορισμό της, την διαφοροποιεί και την μετατρέπει από καταρχήν νόμιμη σε τελικά παράνομη συμπεριφορά. Το στοιχείο της υπερβολικότητας είναι δυνατό να διαφοροποιείται σε μικρότερους δικαιικους κλάδους, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν. Διαλεκτικότητα: Η κατάχρηση είναι σε τέτοιο βαθμό υπερβολική συμπεριφορά, ώστε πλέον δεν είναι ανεκτή από την έννομη τάξη. Η κατάχρηση δικαιώματος, αν και καταρχήν νόμιμη              (νομότυπη συμπεριφορά) « μεταβαίνει εις άλλο γένος» και περνά από τον χώρο της νομιμότητας στην περιοχή της μη νομιμότητας, της δικαιικής αποδοκιμασίας. Κακή χρήση: H κατάχρηση συνιστά «υπερβολική χρήση» και ως εκ τούτου «κακή χρήση». Η καταχρηστική συμπεριφορά ως ποιοτικά υπερβολική συμπεριφορά  περιέχει στις περισσότερες περιπτώσεις το στοιχείο της εκμετάλλευσης. Ο καταχρώμενος το δικαίωμα του εκμεταλλεύεται την εξουσία, που του αναγνωρίζει η έννομη τάξη για σκοπούς εντελώς ξένους από εκείνους για τους οποίους του παρεσχέθη το δικαίωμα και οπωσδήποτε για σκοπούς αντίθετους προς την έννομη τάξη.    

       Ο εννοιολογικός καθορισμός της κατάχρησης δικαιώματος, επιδιώκεται κυρίως σε συνάρτηση με δύο σκοπούς, αφενός με το σκοπό του δικαιώματος – δηλαδή το σκοπό για τον οποίο παρέχεται το δικαίωμα, επομένως το  σκοπό του νόμου-  και αφετέρου το σκοπό  για τον οποίο ασκείται το δικαίωμα από τον φορέα του. Όταν ο σκοπός του νομοθέτη  και ο σκοπός του φορέα, που ασκεί το δικαίωμα συμπίπτουν, τότε υπάρχει ομαλή μη καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Η κατάχρηση εμφανίζεται από τη στιγμή, που οι δύο αυτοί σκοποί διϊστανται. Κάτω από αυτό το πρίσμα κατάχρηση δικαιώματος είναι η χρήση του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρεσχέθη. 

     Κατά το άρθρο 25 παρ.3 Σ, η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται. Επίσης στο άρθρο II-111 Του ΣΕυρΣ και υπό τον τίτλο απαγόρευση κατάχρησης ορίζεται: Καμία από τις διατάξεις του παρόντος Χάρτη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη δικαίωμα επίδοσης σε δραστηριότητα ή εκτέλεση πράξης που αποσκοπούν στην κατάλυση των δικαιωμάτων ή ελευθεριών, που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη ή σε περιορισμούς των δικαιωμάτων και ελευθεριών ευρύτερους από τους προβλεπόμενους σε αυτόν. Επιπρόσθετα, η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται στο άρθρο 281 του ΑΚ καθώς και στη διάταξη του άρθρου 30 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (α. 17) «καμία διάταξη αυτής της διακήρυξης δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι παρέχει σε ένα κράτος, μια ομάδα ή ένα άτομο οποιοδήποτε δικαίωμα να προβαίνει σε δραστηριότητα ή πράξη με σκοπό την καταστροφή των δικαιωμάτων ή ελευθεριών που αναγνωρίζει η παρούσα Σύμβαση ή σε μεγαλύτερους περιορισμούς των δικαιωμάτων και ελευθεριών από εκείνους που προβλέπει η παρούσα Σύμβαση» .

         Ο συντακτικός νομοθέτης θέτει βασικό αξίωμα, γενικότερη αρχή του δικαίου. Απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος στο πλαίσιο των σχέσεων κράτους-πολιτών, αλλά και στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων. Το Σύνταγμα θέτει αντικειμενικό κανόνα δικαίου που ισχύει στην συνολική έννομη τάξη. Το άρθρο 25 παρ. 3 εφαρμόζεται τόσο στο «δημόσιο», όσο και στο ιδιωτικό δίκαιο. Η ρητά αναγνωριζόμενη στο άρθρο 25 1γ ενότητα της έννομης τάξης αίρει οποιοδήποτε κατά το παρελθόν νομικοτεχνικό εμπόδιο εφαρμογής της διάταξης και στην περιοχή του ιδιωτικού δικαίου και τα ουσιαστικό της περιεχόμενο της εξασφαλίζει εφαρμογή στη συνολική έννομη τάξη. Η αρχή της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος αποτελεί γενικότερη αρχή του δικαίου, την οποία ορθότατα συμπεριέλαβε ο συντακτικός νομοθέτης στο νέο Σύνταγμα. 

 Συμπερασματικά, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και περιέχει γενική οριοθέτηση της δράσης των ατόμων, είτε ως ιδιωτών είτε ως φορέων δημόσιας εξουσίας.

       Κατάχρηση ΣΔ: Η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 απαγορεύει καταρχήν την κατάχρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ως συνταγματική όμως διάταξη αναφέρεται και ρυθμίζει και τα περιεχόμενα από το κοινό δίκαιο δικαιώματα. Η γενική αυτή αρχή αναφέρεται σε όλα τα δικαιώματα και τα δημόσια και τα ιδιωτικά. Κατά το άρθρο 25 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος «η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται». Για την διάταξη αυτή δεν γεννάται αμφίβολα ότι εισάγει γενική οριοθέτηση, που αφορά όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα.

     Κατάχρηση εξουσίας: Η απαγόρευση της κατάχρησης αναφέρεται στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. ‘Όμως το αντικειμενικό νόημα της διάταξης είναι πολύ ευρύτερο. Το Σύνταγμα απαγορεύει την κατάχρηση του δικαιώματος με την ευρύτερη έννοια της εξουσίας. Απαγορεύει επομένως και την κατάχρηση εξουσίας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, ως αντισυνταγματική συμπεριφορά απαγορεύεται από το άρθρο 25 είτε προέρχεται από φορείς θεμελιωδών δικαιωμάτων είτε προέρχεται από φορείς δημόσιας εξουσίας.


ΠΗΓΕΣ
1. Ε.Κ.Π.Α/ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
2. Κώστας Μπέης, Διδάκτωρ Νομικής Σχολής
3. http://www.greeklaws.com
4. Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης


 ΕΠΙΛΕΓΜENA NEA